Σάββατο, 27 Νοεμβρίου 2010

ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΝΕΩΣΟΙΚΟΙ ΠΕΙΡΑΙΑ

Οι αρχαίοι Νεώσοικοι


Τα αρχαία νεώρια ήταν έτσι οργανωμένα ώστε να διαθέτουν όλες τις απαραίτητες στρατιωτικές υποδομές, με πιο εκτενή τα συμπλέγματα των νεωσοίκων (εικ. 3-5). Στις εγκαταστάσεις των νεωροίων περιλαμβάνονται πέρα από τους νεώσοικους και οι λεγόμενες σκευοθήκες. Τοπογραφικά τα νεώρια ήταν ενσωματωμένα στο σχέδιο της πόλης, όπως φαίνεται για παράδειγμα στον Πειραιά και τη Ρόδο, ενώ αποτελούσαν μία στρατιωτική έκταση όπου η ασφάλεια ήταν επιβεβλημένη. Έτσι ο ναύσταθμος οριοθετούνταν από το εμπόριον, αλλά και από το υπόλοιπο αστικό περιβάλλον κυρίως με εσωτερικά τείχη.
Οι νεώσοικοι χτίζονταν για να στεγάσουν τους στρατιωτικούς στόλους όταν δεν ήταν σε πόλεμο και έτσι έπρεπε τα πλοία να τραβηχτούν έξω από το νερό για την προστασία και τη συντήρησή τους. Οι πρώτοι νεώσοικοι που μαρτυρούνται είναι αυτοί της Σάμου του 530 π.Χ. υπό την εξουσία του τυράννου Πολυκράτη, πληροφορία που παίρνουμε από τον Ηρόδοτο (2. 159). Νεώρια όμως έχουν έρθει στο φως και στη Ζέα, στο Κίτιον, τη Νάξο της Σικελίας, την Κω, τη Ρόδο, τις Οινιάδες αλλά και αλλού. Επιπλέον υπήρχαν και μεμονωμένα νεώρια σκαλισμένα στο βράχο σε στρατηγικά σημεία που λειτουργούσαν ως ναυτικές βάσεις παρακολούθησης ή ως βασικά sea-lanes.
Οι νεώσοικοι ήταν μακρόστενα κτίρια με άνοιγμα προς τη θάλασσα με επικλινές έδαφος με κλίση προς το νερό, ώστε τα πλοία να τραβιούνται εύκολα στη στεριά. Οι μεμονωμένες αίθουσες των νεωσοίκων χωρίζονταν μεταξύ τους με κιονοστοιχία (Ζέα, Οινιάδες) ή συνεχόμενους τοίχους (Νάξος Σικελίας, Απολλωνία), χτισμένους ή σκαλισμένους στο βράχο. Τα πλοία τραβιόταν στη στεριά και έπειτα στερεώνονταν και δένονταν. Οι επικλινείς ράμπες ήταν κατασκευασμένες από πατημένο χώμα, από άμμο ή από λιθοδομή ή αποκλειστικά σκαλισμένες στο βράχο. Γενικώς οι υποδομές και η κατασκευή των αρχαίων νεωσοίκων μας παρέχουν σημαντικές πληροφορίες για την αρχαία τεχνολογία, αλλά και τη ναυτική αρχιτεκτονική, ενώ αποτελούν σήμερα τα μοναδικά υλικά κατάλοιπα τα οποία σε μεγάλο βαθμό πιστοποιούν και τα μεγέθη των αρχαίων πλοίων.
Ο τρόπος που σύρονταν τα πλοία στη στεριά έχει άμεση σχέση με τις ράμπες και με τις ξύλινες υποδομές σε σχέση με αυτές. Οι έρευνες που έχουν γίνει στις επικλινείς ράμπες έχουν φέρει στο φως τα αρχαιολογικά λείψανα για την εγκατάσταση ξύλινων τραβερσών (φαλάγγια), υποστηρίγματα για τις καρίνες των πλοίων ή επάλειψη του εδάφους με λιπαντικές ουσίες, πράγματα που δηλώνουν διαφορετική τεχνικά αντιμετώπιση της υπόθεσης κατά περίπτωση. Ένα σημαντικό επίσης θέμα προς διερεύνηση είναι η ανθρώπινη ή η μηχανική δύναμη η οποία απαιτούνταν για να μπορέσει να τραβηχτεί το πλοίο στη ράμπα, η προφανής χρήση μηχανών ή βαρούλκων, ο υπολογισμός της τριβής ανάμεσα στην καρίνα και το έδαφος, αλλά και η λίπανση του εδάφους.
Σε μία αθηναϊκή επιγραφή του 430 π.Χ. που όμως σώζεται αποσπασματικά αναφέρεται ότι χρειάζονταν 140 άνδρες για την ανέλκυση τριήρων και 120 τουλάχιστον για την καθέλκυσή τους, αλλά κάποιοι μελετητές θεωρούν πως αναφέρονται μόνο 40 ή 20.
Για την παρουσία βαρούλκων, το λιμάνι στους Θούριους φέρει τα λείψανα τριών βαρούλκων, με ιδιαίτερα μάλιστα ομαλή κλίση επιπέδων 1 προς 20. Ο Πλούταρχος αναφέρει σχετικά τη ρυμούλκηση τρικάταρτης ολκάδας από τον Αρχιμήδη με τη χρήση πολύσπαστου που ο ίδιος έθεσε σε λειτουργία. Ο Αθήναιος αναφέρει επίσης για τον Αρχιμήδη ότι καθέλκυσε από τη θάλασσα τη Συρακοσία με χρήση έλικος. Πιθανών στην εποχή του Ηροδότου να χρησιμοποιούνταν αύλακες για την ανέλκυση των πλοίων. Οι τριήρεις ανέλκονταν με την πρύμνη μπροστά για να μη φθείρεται το έμβολο και για να καθελκύονται έπειτα πιο εύκολα.
Ο Ιππώναξ ποιητής του 6ου αιώνα αναφέρεται στη χρήση μάλθης για την επάλειψη της τρόπιδας, ώστε να είναι υδατοστεγής και να βοηθά την ανέλκυση. Η λευκή υπαλοιφή των αθηναϊκών καταλόγων του 4ου αιώνα για τα πλοία ήταν ίσως κερί ή ρητίνη αναμεμειγμένη με ασβέστη ή λίπος. Ο Πλίνιος αναφέρει τη χρήση της ζώπισσας, ενός μείγματος πίσσας, κεριού και αλατιού για την επάλειψη των πλοίων. Οι λιπαντικές ουσίες γενικά χρησιμοποιούνταν για την ευκολότερη ανέλκυση των πλοίων. Από τις πηγές αναφέρεται επίσης η κάννη, κάλαμος, σε σχέση με τους νεώσοικους και πρόκειται ίσως για τα καλάμια τα οποία με βάση τον Πλίνιο τοποθετούνταν κοπανισμένα ανάμεσα στα κενά των πλοίων για στεγανοποίηση. Τα καλάμια μπορεί επίσης να χρησιμοποιούνταν και για να μειώνονται οι τριβές κατά την ανέλκυση. Σε ορισμένους πάλι νεώσοικους που ήταν λαξευμένοι στο βράχο επάνω στο επικλινές επίπεδο βρέθηκε κεντρική αυλάκωση για την τρόπιδα του πλοίου, ενώ πιθανόν να μεσολαβούσε και ξύλινη κάλυψη.

Ο Παυσανίας αναφέρεται στους νεώσοικους του Πειραιά, με την έκφραση "υπήρχαν ακόμη ως τις μέρες μου", μαρτυρώντας έτσι ότι βρήκε κάποιους σε λειτουργία αν και η Αθήνα ήταν πλέον υπό ρωμαϊκή διοίκηση, καθώς εξακολουθούσε να διατηρεί δημόσια πλοία και νεώσοικους. Ως τις αρχές ακόμη του 20ου αιώνα διατηρούνταν σαφή τα λείψανα των νεωσοίκων και στα τρία λιμάνια του Πειραιά, αλλά κυρίως σε αυτό της Ζέας και της Μουνιχίας, με τις επικλινείς χτιστές ή σκαλιστές στο βράχο κρηπίδες, επάνω στις οποίες ανέλκονταν τα πλοία, τις κιονοστοιχίες που διαχώριζαν τους νεώσοικους και τον χτιστό τοίχο προς το μέρος της ξηράς.
Από επιγραφή του 4ου αιώνα πληροφορούμαστε για 196 νεώσοικους στη Ζέα, 94 στον Κάνθαρο και 82 στη Μουνιχία, συνολικά δηλαδή 372 νεώσοικους. Ο Ισοκράτης μαρτυρεί πως οι Αθηναίοι είχαν ξοδέψει πάνω από χίλια τάλαντα για τους νεώσοικους στον 5ο αιώνα. Στη Ζέα στα αβαθή κράσπεδα του κυκλικού λιμανιού, όπου και βρισκόταν το κύριο στρατιωτικό λιμάνι, υπήρχαν πάρα πολλοί νεώσικοι, σε ακτίνα ενός χιλιομέτρου.
Στους νεώσοικους υπήρχε επιμήκης χτιστή κρηπίδα ή και σκαλισμένη στο βράχο για κάθε πλοίο, με αυλακιά στη μέση για να εισχωρεί η ράχη της καρίνας. Στη στενή αυτή επικλινή προς τη θάλασσα κρηπίδα με ύψος μικρότερο του ενός μέτρου ανασύρονταν το πλοίο. Δεξιά και αριστερά κάθε κρηπίδας υπήρχε ανά μία κιονοστοιχία με αράβδωτους, λίθινους κίονες. Οι στέγες ήταν ξύλινες, αμφικλινείς, συνεχόμενες, όπου η μία κιονοστοιχία στήριζε τη ράχη της επιμήκους στέγης και η επόμενη την κοιλότητα, όπου ήταν η υδρορρόη.
Η σειρά των νεωσοίκων τελείωνε προς το μέρος της ξηράς σε μακρύ τοίχο, με πάχος 75 εκατοστά. Ο τοίχος αυτός απείχε από τη θάλασσα όσο το μήκος ενός πλοίου. Το πλάτος κάθε νεωσοίκου ήταν 6,5μ. Σε κάθε νεώσοικο ανέλκονταν μόνο μία τριήρης με μήκος από 32 έως 35 μέτρα. Τα μικρά πλοία χωρούσαν και ανά δύο μέσα στο νεώσοικο, κατά μήκος.
Το όνομα του πλοίου ήταν αυτό που ονομάτιζε και το νεώσοικό του. Από επιγραφή που ήρθε στο φως μαθαίνουμε ονόματα όπως Δανάη, Παγκράτεια, Ταυροπόλη κτλ.
Τον καιρό του Ευβούλου, στη δεκαετία μετά το 355, οι Αθηναίοι θέλοντας να τονώσουν την κίνηση στο λιμάνι της Ζέας, μετέφεραν εκεί μέρος των πολεμικών πλοίων από τον Κάνθαρο, οπότε και αποφασίστηκε το χτίσιμο της λίθινης σκευοθήκης, γνωστή ως η Σκευοθήκη του Φίλωνος.

Στοά Φίλωνος

Χρονολόγηση

Η κατασκευή της Σκευοθήκης του Φίλωνα ξεκίνησε στα 346 π.Χ. Οι εργασίες της οικοδόμησης σταμάτησαν λίγο πριν από τη σύγκρουση με το Φίλιππο στη Χαιρώνεια και συνεχίστηκαν με τη φροντίδα του Λυκούργου λίγο μετά το 338 π.Χ. τελειώνοντας το 330 ή 329 π.Χ.

Διαστάσεις

Οι διαστάσεις του οικοδομήματος με βάση τη σχετική επιγραφή που έχει έρθει στο φως ήταν:
  • Πλάτος 55 πόδια
  • Μήκος 4 πλέθρα, δηλαδή 400 πόδια
Τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα του κτηρίου που επέτρεψαν την αποκατάσταση της κάτοψης δίνουν διαστάσεις:
  • 18x131μ. σε απόλυτη δηλαδή συμφωνία με την επιγραφή.

Τόπος προέλευσης

Λιμάνια αρχαίας Αττικής

Φωτογραφική - σχεδιαστική τεκμηρίωση / αναπαράσταση

Παπαχατζής:

Γενική εισαγωγή

Η απόφαση για το χτίστιμο της στοάς του Φίλωνος πάρθηκε λίγο μετά την κατάληψη της Ολύνθου από το Φίλιππο εν όψει του πολέμου με τους Μακεδόνες, ο οποίος φαινόταν αναπόφευκτος. Η μνημειακή αυτή λίθινη σκευοθήκη οφείλει το όνομά της στον αρχιτέκτονα Φίλωνα Εξηκεστίδου από την Ελευσίνα, γεγονός που αναφέρεται στη μαρμάρινη ενεπίγραφη στήλη που βρέθηκε το 1982 στον Πειραιά στη βόρεια πλευρά του λιμανιού της Ζέας, στην αρχή της ανηφοριάς προς το λόφο του Προφήτη Ηλία, όπου και σημειώνεται στο τοπογραφικό σχέδιο του Πειραιά και η εν λόγω σκευοθήκη.
Παρότι δεν βρέθηκαν τα θεμέλια του κτιρίου, χάρη στην επιγραφή μπορεί να αναπαρασταθεί με ακρίβεια ολόκληρο το κτίριο.

Περιγραφή

Με βάση τη μαρμάρινη επιγραφή η Σκευοθήκη θα οικοδομούνταν "εν Ζείαι", πίσω από τους νεώσοικους, αρχίζοντας με ένα πρόπυλο της περιοχής του λιμανιού, προς το μέρος της αγοράς. Για τη θεμελίωση του κτιρίου ο φυσικός βράχος διαμορφώθηκε επίπεδος και οριζοντιώθηκε σε βάθος τριών ποδών από το ψηλότερο σημείο του χώρου, ενώ οι υψομετρικές διαφορές εξομαλύνθηκαν με την κατασκευή θεμελιώσεων μεγαλύτερου ύψους.
Εσωτερικά το κτίριο με βάση την επιγραφή θα χωρίζονταν σε τρία κλίτη με δύο κιονοστοιχίες από 35 κίονες η κάθε μία, με μεσοκιόνιο διάστημα 3,50μ. Το κεντρικό κλίτος θα είχε πλάτος 20 πόδες και τα δύο πλαϊνά από 15, που σημαίνει 4,90μ. και 6,55μ. αντίστοιχα.
Το δάπεδο του κτιρίου εσωτερικά θα γινόταν πλακόστρωτο. Για τους τοίχους και τους κίονες θα χρησιμοποιούνταν ακτίτης λίθος, ενώ για τα κιονόκρανα μάρμαρο Πεντέλης, όπως και για τις παραστάδες.
Η επιγραφή επίσης ορίζει ότι θα αφεθούν ανοίγματα για θύρες, δύο σε κάθε άκρο, ότι μεταξύ των θυρών θα οικοδομηθεί τοίχος πλάτους δύο ποδών εξωτερικά και βάθους δέκα ποδών στην εσωτερική πλευρά και ότι ο τοίχος προς τον οποίο θα άνοιγε η κάθε θύρα θα στρέφεται κατ' ορθή γωνία έως τους πρώτους κίονες. Σύμφωνα με τα αρχαιολογικά λείψανα το κάθε θυραίο άνοιγμα καταλάμβανε όλο το πλάτος του κεντρικού κλίτους και διαιρούνταν μ' ένα τοιχίο μήκους 10 ποδών σε δύο διαμερίσματα που αντιστοιχούσαν στα δύο θυραία ανοίγματα. Οι πόρτες θα ήταν ξύλινες με ύψος περίπου 5μ. με μπρούτζινη επένδυση στην εξωτερική τους επιφάνεια. Οι τοίχοι του κτιρίου θα είχαν ύψος 8,37μ., στο οποίο πρέπει να προστεθεί και το ύψος των τριγλύφων που θα έμπαιναν στο πάνω μέρος όλων των πλευρών. Για τις στενές πλευρές προβλέπονταν ανά τρία μικρά παράθυρα, ενώ για τις μακρές πλευρές 36.
Η στέγη του κτιρίου θα ήταν ξύλινη, αμφικλινής, με πήλινα κεραμίδια. Οι πληροφορίες που δίνονται σχετικά με την κατασκευή της παρουσιάζουν ιδιαίτερο τεχνικό ενδιαφέρον. Στους στίχους 45-59 αναφέρεται πως πάνω από τα επίκρανα των εσωτερικών πεσσόσχημων στηριγμάτων θα τοποθετούνταν πάνω από 18 ξύλινα επιστύλια σε κάθε κιονοστοιχία, πάνω δε από το κεντρικό κλίτος θα τοποθετούνταν και μεσόμνες των ίδιων διαστάσεων. Πρόκειται για την αττική λέξη μεσόμνη που σημαίνει το εγκάρσιο ξύλο που βαίνει από το ένα επίκρανο στο άλλο συνδέοντας τα εσωτερικά στηρίγματα των οικοδομημάτων. Πάνω από αυτές θα τοποθετούνταν υποστηρίγματα, τα υποθήματα, και έπειτα τα κορυφαια, οι κορυφαίες δηλαδή δοκοί της στέγης. Τα κορυφαια θα συναρμόζονταν κατά διαστήματα επί των μεσομνων με κερκίδες, δηλαδή περόνες. Από πάνω θα τοποθετούνταν σφηκίσκοι, δηλαδή τα μεγάλα κεκλιμένα δοκάρια των ζευκτών της στέγης, αφήνοντας μεταξύ τους διαστήματα πέντε παλαμών. Έπειτα θα ακολουθούσαν οι ιμάντες δηλαδή οι σανίδες, τοποθετημένοι ανά διαστήματα πλάτους τεσσάρων δακτύλων και τα καλύμματα, καρφωμένα με σιδερένια καρφιά. Τα καλύμματα είναι οι καλυπτήριες σανίδες που τοποθετούνταν επί των σφηκίσκων των ζευκτών της στέγης και σχημάτιζαν το δάπεδο υποδοχής ενός στρώματος κονιάματος ή ωμού πηλού αναμεμειγμένου με άχυρο, ως υπόθημα για τις πήλινες κεράμους. Ακολουθούσε η κεράμωση της στέγης με κορινθιακούς κεράμους.

Χρήση


Το κτίριο της Σκευοθήκης προορίζονταν για τη φύλαξη των εξαρτημάτων των πλοίων που ελλιμενίζονταν στη Ζέα, όπως για τα ιστία (πανιά), τα πρυμνήσια, και γενικά τα χοντρά και τα λεπτότερα σκοινιά των ιστίων. Τα κοινά κουπιά των ερετών, τα πλατιά των πηδαλιούχων και οι ιστοί που αφαιρούνταν κατά την ανέλκυση των πλοίων, φυλάσσονταν επίσης στους νεώσοικους σε κτίρια όπως το συγκεκριμένο. Η εν λόγω επιγραφή μάλιστα αναφέρεται και στην ύπαρξη δευτέρου ορόφου στα πλευρικά κλίτη του κτιρίου με διαμόρφωση ραφιών σε δύο σειρές, παράλληλα με κατασκευή κλιμάκων πρόσβασης στα ράφια αυτά. Η επιγραφή μιλάει επίσης και για 134 κιβώτια για τη φύλαξη των ιστίων και των λοιπών υφασμάτων ισάριθμων πλοίων. Ο αριθμός αυτός αντιστοιχεί στα πολεμικά πλοία που κατασκευάστηκαν στην Αθήνα στο διάστημα 357/6-325/4 π.Χ.
Η μεγάλη αυτή λιθόκτιστη σκευοθήκη θα πρέπει να χρησίμευε όχι μόνο για τα σκεύη των 196 πλοίων της Ζέας, αλλά και ως αποθήκη καινούργιων υλικών για την αντικατάσταση των παλιών, φθαρμένων εξαρτημάτων των πλοίων. Μία τριήρης για παράδειγμα είχε 170 κουπιά και φυσικά αυτά τα οποία θα αχρηστεύονταν δεν θα μπορούσαν να παραγγελθούν τη στιγμή που θα χρειάζονταν, αλλά θα έπρεπε να υπάρχουν αποθηκευμένα σε μία ανάλογη αποθήκη. Μία αποθήκη υλικού θα έπρεπε να είναι στη διάθεση των τριηραρχών με ένα απόθεμα καινούργιων κουπιών, κρίκων και σκοινιών των ιστίων, πηδαλίων, αγκυρών, κοντών, "κλιμακίδων" και πλευρικών φραγμάτων των πλοίων. Έτσι όταν ελλιμενίζονταν μία καινούργια τριήρης ή μόλις "εθαλάσσευε" μία παλιά, οι τριήραρχοι θα παραλάβαιναν από τη σκευοθήκη τα κατάλληλα εξαρτήματα του πλοίου.
Το μεγαλοπρεπές αυτό κτίριο σχεδιάστηκε σκόπιμα τόσο μεγάλο ώστε να λειτουργήσει ως σύμβολο της ναυτικής κυριαρχίας της Αθήνας, όντας ένα από τα επιφανέστερα δημόσια οικοδομήματά της.

Βιβλιογραφία


  1. Παπαχατζής Δ. Ν., Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις, Αττικά, Τόμος 1ος, Αθήνα 1994.
  2. Τσούλη Μ., "Στήλη από υμήττειο μάρμαρο, στην οποία δίδονται οι προδιαγραφές για την οικοδόμηση λίθινης σκευοθήκης στον Πειραιά, 40-51, στο Κατάλογος της έκθεσης Αρχαίες Ελληνικές Επιγραφές Τεχνολογικού Περιεχομένου, Εταιρεία Μελέτης Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας, Επιγραφικό Μουσείο, 2002.

Πηγές

Παυσανίας Ι, 1, 2.
 

Χρήση


Για τη φύλαξη και τη στάθμευση των αρχαίων πλοίων

Βιβλιογραφία


  1. Baika K., "Military Harbourworks in ancient Mediterranean: Technological aspects of their development and function", 588-597, στο Αρχαία Ελληνική Τεχνολογία, 2ο Διεθνές Συνέδριο, Πρακτικά, Αθήνα 2006.
  2. Παπαχατζής Δ. Ν., Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις, Αττικά, Τόμος 1ος, Αθήνα 1994.

Πηγές

Παυσανίας Ι, 1, 2.

"Όταν όμως έγινε άρχοντας ο Θεμιστοκλής, έκανε τον Πειραιά επίνειο των αθηναίων, γιατί και καταλληλότερος του φαινόταν για όσους προσήγγιζαν από τη θάλασσα και τρία λιμάνια είχε αντί του ενός του Φαλήρου. Υπήρχαν και μέχρι των ημερών μου νεώσοικοι…"
ΠΗΓΉ :http://www.tmth.edu.gr/aet/thematic_areas/p442.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου