Σάββατο, 8 Ιανουαρίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΓΕΛΗΣ : Τα γαλάζια μάτια (Χρησιμότητα , Αλληλοβοήθεια, Εργατικότητα)

 Τα γαλάζια μάτια - Χρησιμότητα , Αλληλοβοήθεια,  Εργατικότητα


Ο Νίπο ήταν ένα χαριτωμένο νεγράκι , με τόσο καφέ χρώμα που νόμιζες και ήταν από σοκολάτα. Ήταν ευτυχισμένος μέσα στο χωριό του , έπαιζε με τα άλλα παιδιά κι έτρωγε μπανάνες κι άλλα φρούτα. Μια μέρα, ο μικρός Νίπο ρώτησε τη μητέρα του που  κοπάνιζε καλαμπόκι μέσα στο μεγάλο γουδί :
-          Πες μου, μανούλα, είναι αλήθεια πως υπάρχουν άνθρωποι που έχουν γαλάζια μάτια;
-          Α! αυτή είναι μια δύσκολη ερώτηση, είπε η μητέρα του αφήνοντας το κοπάνισμα. Εγώ δεν είμαι σίγουρη γι’ αυτό. Μα ο  πατέρας του παππού σου , που είναι πολυταξιδεμένος , θα σου πει αν έχει δει άνθρωπο με γαλάζια μάτια.
-          Γαλάζια μάτια ! Τι ωραία θα είναι ! Αχ, θα ήθελα τόσο πολύ να είχα γαλάζια μάτια! είπε ο Νίπο , ή τουλάχιστον να έβλεπα έναν άνθρωπο με γαλάζια μάτια.
Μα μέσα στο χωριό όλος ο κόσμος είχε μαύρα μάτια. Κι όχι μόνο μέσα στο χωριό , αλλά όπου και αν έψαξε, πιο μακριά, δε βρήκε άνθρωπο με γαλάζια μάτια.

Ο Νίπο λοιπόν , που ήθελε τόσο πολύ να τα δει, αποφάσισε να ταξιδέψει. Πήρε στον ώμο του μια μεγάλη καρύδα κι άρχισε το ταξίδι του.

Περπάταγε, περπάταγε , περπάταγε ώσπου έφτασε μπροστά σ’ ένα χωράφι γεμάτο γαλάζια λουλούδια.
-          Α! φώναξε χαρούμενος. Να το γαλάζιο χρώμα που θα ήθελα να είχα κι εγώ στα μάτια μου.
Καταλάβαινε όμως   ότι ποτέ δε θα τα αποκτούσε και επειδή ήταν και πολύ κουρασμένος, άρχισε τα κλάματα. Τότε το Πνεύμα των Λουλουδιών , πετώντας πάνω σ’ ένα μικρό σύννεφο, τον πλησίασε.
-          Γιατί κλαις μικρέ μου ;  τον ρώτησε.
-          Αχ , λέει ο Νίπο, κλαίω γιατί θα ήθελα τόσο πολύ να είχα γαλάζια μάτια , σαν τα λουλούδια.
-          Χμ ! έκανε το Πνεύμα. Αν θέλεις να έχεις γαλάζια μάτια , κάθισε εδώ σήμερα και κάνε ό,τι σου λέει η καρδιά σου. Εγώ θα γυρίσω γρήγορα.
Και πέταξε πάνω στο μικρό σύννεφό του.

Ο Νίπο έμεινε ολομόναχος μπροστά στο ανθισμένο χωράφι. ‘Τι να κάνω;’ Σκεφτόταν. Ήθελε να ευχαριστήσει το Πνεύμα. ‘Θα του καλλιεργήσω λιγάκι το χωράφι’.
Κι άρχισε να σκάβει, να βγάζει αγριόχορτα, να ποτίζει. Εκεί που εργαζόταν, πέρασε μια γριά γυναίκα. Τον πλησίασε και του είπε:
-          Μικρέ μου, είμαι πολύ κουρασμένη, μπορώ να ακουμπήσω επάνω σου και να με πας ως το χωριό;
-          Όχι σήμερα, όχι σήμερα, απάντησε βιαστικά ο Νίπο. Σήμερα δεν έχω καιρό!
Και ξαναγύρισε στη δουλειά του, ενώ η φτωχή γριούλα έφυγε αναστενάζοντας…….. Όταν έφτασε η νύχτα, το Πνεύμα των Λουλουδιών ήρθε να δει τι είχε κάνει ο μικρός Νίπο.
-          Λοιπόν , ρωτά με αγωνία ο Νίπο, είναι όλα καλά ;
-          Όχι , λέει αυστηρά το Πνεύμα. Δεν είναι καλά. Πότισες πολύ και μου ξερίζωσες τα φτωχά μου λουλούδια. Φοβούμαι πως δε θ’ αποκτήσεις σήμερα γαλάζια μάτια. Πάντως δοκίμασε. Διάλεξε δυο λουλούδια κι ακούμπησέ τα στα βλέφαρά σου.
Μα τα λουλούδια μόλις άγγιξαν τα βλέφαρα του Νίπο έπεσαν στη γη μαραμένα.

Έτσι λοιπόν ο Νίπο ξαναπήρε το δρόμο λυπημένος. Περπάταγε, περπάταγε, περπάταγε ώσπου έφτασε σε μια λίμνη μ’ ένα θαυμάσιο γαλάζιο χρώμα.

-          Αχ! Αναστέναξε ο Νίπο. Να το χρώμα που θα ήθελα να είχαν τα μάτια μου!.
Πάλι το πνεύμα της Λίμνης , καθισμένο σ’ ένα ελαφρύ σύννεφο τον πλησίασε και τον ρώτησε :
-          Τι θες μικρέ μου ;
-          Θα’ θελα τόσο πολύ να είχα γαλάζια μάτια, τόσο γαλάζια όσο δυο σταγόνες νερό, απάντησε ο Νίπο.
-          Χμ. Μουρμούρισε το Πνεύμα. Αν θες  ν’ αποκτήσεις  γαλάζια μάτια, κάθισε εδώ και κάνε ό,τι σου λέει η καρδιά σου. Εγώ θα γυρίσω γρήγορα.
Κι έφυγε πάνω στο σύννεφο.
Μένοντας μόνος του ο Νίπο άρχισε τη δουλειά. Αποφάσισε να καθαρίσει τη λίμνη. Έβγαλε τα φύλλα που είχαν πέσει μέσα και ξερίζωσε τα χόρτα στις όχθες της λίμνης. Την ώρα που εργαζόταν, πέρασε ένα μικρό κορίτσι.
-          Ε, μικρέ, επειδή είμαι πολύ κουρασμένη, με βοηθάς να γεμίσω με νερό τη στάμνα μου ; λέει στο Νίπο.
-          Όχι σήμερα, όχι σήμερα, της απαντά αυτός. Σήμερα είμαι πολύ βιαστικός.
Το μικρό κορίτσι έφυγε αναστενάζοντας κι ο Νίπο ξαναγύρισε στη δουλειά του.
Σαν έπεσε το βράδυ, το Πνεύμα της Λίμνης ξαναγύρισε κοντά του.
-          Είναι καλά αυτά που έκανα ; ρώτησε με αγωνία ο Νίπο.
Μα το Πνεύμα κούνησε λυπημένα το κεφάλι .
-          Όχι δεν είναι καλά. Μου χάλασες τα ωραία στολίδια της λίμνης μου και μου ξερίζωσες τη δροσερή χλόη που την τριγύριζε. Φοβούμαι  πώς δε θ’ αποκτήσεις ακόμα γαλάζια μάτια . Όμως δοκίμασε. Πάρε νερό και ράντισε τα βλέφαρά σου.
Μα το νερό , αγγίζοντας τα βλέφαρα του Νίπο , κύλησε ως το χώμα όπου έκανε ένα τέλμα από δάκρυα.
-          Είδες; είπε το Πνεύμα . Προσπάθησε ακόμα.
Ο Νίπο συνέχισε θλιμμένα το δρόμο του. Κουρασμένος καθώς ήταν , ξάπλωσε πάνω στη χλόη. Σηκώνοντας το κεφάλι του είδε τον ουρανό που είχε ένα θαυμάσιο γαλάζιο χρώμα , πιο ωραίο κι απ’ το γαλάζιο των λουλουδιών, πιο ωραίο κι απ’ το γαλάζιο της λίμνης.
-          Αχ, έκανε ο Νίπο, τέτοιο γαλάζιο ήθελα να είχαν τα μάτια μου !
Τότε πέταξε κοντά του το Πνεύμα του Ουρανού πάνω σ’ ένα μικρό σύννεφο. Είχε δυο μεγάλα φτερά από απαλό πούπουλο και γαλάζια μαλλιά που ανέμιζαν στον άνεμο.
-          Γιατί κλαις μικρέ μου νέγρε; ρωτά το Νίπο.
-          Κλαίω γιατί θέλω τόσο πολύ να έχω γαλάζια μάτια, λέει ο Νίπο. Τα θέλω τόσο γαλάζια όσο ένα κομματάκι ουρανού.
-          Έχεις καθαρή καρδιά; το ρωτά το Πνεύμα.
-          Δεν ξέρω, λέει ο Νίπο ντροπιασμένος. Τι θα πει αυτό ;
-          Αυτό πρέπει να το νοιώσεις μόνος σου. Μείνε εδώ σήμερα και κάνε ό,τι θα σου πει η καρδιά σου.
Και χάθηκε πάνω στο μικρό του σύννεφο.
Μένοντας μόνος του ο Νίπο σκεπτόταν τι έπρεπε να κάνει για να ευχαριστήσει το Πνεύμα του Ουρανού. Μα δεν έβρισκε τίποτα. Ποτέ, μα ποτέ του δε θα αποκτούσε γαλάζια μάτια.

Ένα μικρό αγόρι πέρασε κλαίγοντας. Είχε πέσει κι είχε χτυπήσει το γόνατό του. Και ο Νίπο, πήρε το μαντήλι του , το βούτηξε στο ρυάκι και σκούπισε καλά – καλά το γόνατο του μικρού. Αυτό έφυγε ευχαριστημένο.
Λιγάκι αργότερα ένας γερούλης κουρασμένος του ζήτησε να πιει λίγο νερό κι ο Νίπο έτρεξε να του δώσει.
Ύστερα από πολλή ώρα ένας ταξιδιώτης , πεθαμένος από την πείνα, του ζήτησε φαγητό κι ο Νίπο του πρόσφερε αμέσως το φαγητό του.
Όταν όμως έφτασε η νύχτα, το Πνεύμα σκαρφαλωμένο στο σύννεφό του, ήρθε να δει το Νίπο.
-          Δυστυχώς, λέει ο Νίπο, δεν έκανα τίποτα που να σου κάνει ευχαρίστηση.
Μα το Πνεύμα του Ουρανού χαμογέλασε μόνο.
-          Κοιμήσου απόψε ήσυχα, κι αύριο βλέπουμε.
Ο Νίπο ξάπλωσε στη χλόη, σταύρωσε τα χέρια του κάτω από το κεφάλι και κοίταξε τον ουρανό που είχε πάρει ένα βαθύ γαλάζιο χρώμα. Έπειτα αποκοιμήθηκε.

Το επόμενο πρωί , όταν ξύπνησε , τεντώθηκε , έσιαξε τα ρούχα του και πήγε να πλυθεί στο διπλανό ρυάκι. Μα εκεί, τι βλέπει !   Δυο γαλάζια μάτια να τον κοιτούν έκπληκτα. Πιο γαλάζια απ’ τα λουλούδια , πιο γαλάζια από τη λίμνη , γαλάζια σαν δυο κομματάκια ουρανός.
-          Ευχαριστώ Πνεύμα του Ουρανού, φώναξε απολαμβάνοντας την ευτυχία του και γύρισε γρήγορα στο χωριό του.

Από εκείνη τη μέρα όλοι τον φώναζαν :
«Νιπολαζιτερονόζι» και αυτό του άρεσε πολύ γιατί στη γλώσσα τους σημαίνει ‘Ο Νίπο ο μικρός νέγρος που έχει γαλάζια μάτια όπως ο ουρανός’

ΑΦΡΙΚΑΝΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου