Σάββατο, 8 Ιανουαρίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΓΕΛΗΣ : ΤΟ ΑΡΧΟΝΤΟΠΟΥΛΟ ΚΑΙ Η ΥΠΟΜΟΝΗ

ΤΟ ΑΡΧΟΝΤΟΠΟΥΛΟ ΚΑΙ Η ΥΠΟΜΟΝΗ


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας άρχοντας πολύ πλούσιος , που είχε ένα γιο έξυπνο και διαβασμένο. Ολημερίς καθόταν μέσα στο σπίτι τους και διάβαζε. Ο άρχοντας πλήρωνε τους καλύτερους δασκάλους για να μάθει γράμματα το παλικάρι του. Ήρθε κάποτε ο καιρός που το αρχοντόπουλο τέλεψε τα σπουδάγματά του και ο πατέρας του σκέφτηκε να πάει στο παλάτι να παρακαλέσει το βασιλιά να πάρει το γιο του για γραμματικό.

Μια μέρα από τις ημέρες λοιπόν, διέταξε τους υποτακτικούς του να ετοιμάσουν την άμαξά του και κίνησε να δει το βασιλιά.. Οι φύλακες του παλατιού, μόλις είδαν τον άρχοντα άνοιξαν τις σιδερένιες πύλες για να μπει στο παλάτι.
‘Πολυχρονεμένε μου βασιλιά, έχω ένα γιο πολύ σπουδαγμένο. Ξέρει ιατρική, φαρμακευτική, γραμματική, αριθμητική, ιστορία. Θα είναι ωφέλιμος για σένα, τη φαμίλια σου και ολόκληρο το βασίλειο σου’.

Ο βασιλιάς απόρησε μαθές , με τόσα πολλά που ήξερε ο γιος του άρχοντα, γι αυτό και το ρώτησε : ‘Και πώς έμαθε ο γιος σου τόσα πολλά αφού είναι τόσο νέος;’
‘Πολυχρονεμένε μου βασιλιά , ο γιος μου όλο διαβάζει σφαλιγμένος μέσα στο σπίτι, γι αυτό και ξέρει τόσα πολλά’, αποκρίθηκε ο άρχοντας.
Ο βασιλιάς τότε είπε στον άρχοντα : ‘ Ο γιος σου, αφού μένει μέσα στο σπίτι σφαλιγμένος, δε θα έχει μάθει το σπουδαιότερο πράγμα της ζωής. Δηλαδή τον ίδιο τον άνθρωπο. Αν μάθει και αυτό, τότε να τον στείλεις για γραμματικό μου.’

Αυτά είπε ο βασιλιάς στον άρχοντα κι εκείνος πολύ πικράθηκε που το παιδί του είχε λειψά σπουδάγματα. Κίνησε λοιπόν να πάει πίσω στο αρχοντικό του και συνέχεια διαλογιζόταν τι θα πρέπει να κάνει μ’ αυτό που του έτυχε.
‘Γιε μου, άκουσε τι είπε ο βασιλιάς για τα σπουδάγματά σου’ είπε στο παιδί του. Κι ακολούθησε η πάσα ιστορία χωρίς να είναι ανάγκη να ματαειπωθεί.

Το παλικάρι άκουσε προσεχτικά τον πατέρα του κι αποκρίθηκε πως είχε μεγάλο δίκιο ο βασιλιάς και πως καθόλου δε γνωρίζει «τον άνθρωπο». Γι’ αυτό αποφάσισε να ταξιδέψει σε μακρινές πολιτείες, να γνωρίσει πολλούς ανθρώπους και έτσι να έχει τη σωστή γνώση.

Αρχίνησαν λοιπόν οι ετοιμασίες στ’ αρχοντικό του παλικαριού για το μισεμό του.
Κάποια φορά έφτασε η μέρα του αποχωρισμού και ο πατέρας του το γέμισε φλουριά για τα έξοδά του και η μάνα του έδωσε ένα φυλακτό. Το αρχοντόπουλο καβαλίκεψε ένα άλογο και αρχίνησε τη στράτα. Δρόμο πήρε λοιπόν, δρόμο αφήκε και έφτασε  σε μια μεγάλη πολιτεία με ωραία σπίτια, σιντριβάνια, κήπους και δρόμους μεγάλους.
Αίφνης, το βλέμμα του έπεσε στο ομορφότερο σπίτι, μ΄ ένα περιβόλι  γεμάτο ωραία δένδρα και γεμάτο καρπούς. Κοιτούσε  το παλικάρι το σπίτι που μονάχο του έδειχνε τι λογής διαλεκτός άνθρωπος έπρεπε να είναι αυτός που το κατοικούσε. Κάθισε λοιπόν σ’ ένα μαρμάρινο πάγκο απέναντι απ’ το ωραίο σπίτι για να το θαυμάσει, ώσπου βλέπει μια κοπέλα να τριγυρίζει ανάμεσα στα δένδρα. Το παλικάρι καθώς την κοίταξε λες και τον πλήγωσε φαρμακερή σαΐτα .  Ήταν σα να είχε αντικρίσει μπροστά του όλο του το ριζικό. Πλησίασε πιο κοντά να χαιρετήσει την κοπέλα, μα εκείνη του έριξε μια ματιά όλο νόημα και μπήκε μέσα στ’ αρχοντικό της μαζί με τις δούλες της.  Ζουρλάθηκε το παλικάρι. Στριφογύριζε δεξιά- αριστερά , ώσπου πιο κάτω απ’ τη μεγάλη πόρτα του αρχοντικού είδε ένα γέρο που καθόταν καταγής και ζητούσε βοήθεια. Τον πλησίασε, έριξε ένα φλουρί στα πόδια του κι εκείνος απόρησε με την απλοχεριά του παλικαριού.

‘Ζήτησέ μου  ό,τι θέλεις να μάθεις και εγώ θα σε ορμηνέψω’ , είπε στο νέο.
‘Εγώ γέροντά μου, έρχομαι από μακρινή πολιτεία. Ξέρω πολλά γράμματα μα άλλο δεν είχα στο νου μου παρά να μάθω και τον «άνθρωπο».Όμως τώρα δα αντίκρισα την κοπέλα που μένει σ’ αυτό το αρχοντόσπιτο και τα μυαλά μου έφυγαν από το κεφάλι μου και άλλο δε σκέφτομαι παρά μονάχα αυτή. Η ζωή μου άλλαξε στράτα. Θέλω γρήγορα να την ξαναδώ, γιατί θα με φάει το μαράζι’.
Και ο γερο- ζητιάνος απάντησε: ‘Στάσου, μη βιάζεσαι. Αυτή η κοπέλα είναι η κόρη του βασιλιά. Είναι δεκατεσσάρων χρονών ! Μάθε να κάνεις υπομονή για να την κερδίσεις, γιατί ο βασιλιάς δεν τη δίνει στον πάσα ένα. Πρέπει να κερδίσεις την εμπιστοσύνη του και τον θαυμασμό του. Γι αυτό πρέπει να ζητήσεις δουλειά στο παλάτι του βασιλιά. Βγάλε κι αυτά τα πλούσια ρούχα που φοράς  και βάλε άλλα φτωχικά και κάνε το βουβό. Κράτα στο χέρι σου ένα χαρτάκι που να λέει πως μπορείς να κάνεις όποια δουλειά σου δώσουν. Δούλεψε μέσα στο σπίτι για δυο χρόνια και μετά έλα να με βρεις. Θα έχει φτάσει ο καιρός που θα σου δώσω την απόκριση.’

Το παλικάρι, μια και ήθελε τόσο πολύ την κοπέλα, δέχτηκε να κάμει ό,τι τον ορμήνεψε ο γέροντας και καλώς καμωμένα.
Κάποια φορά τον είδε ο βασιλιάς , διάβασε και το χαρτί που κρατούσε στο χέρι του και συλλογίστηκε πως ένας βουβός και κουφός κάνει για το παλάτι του, γιατί ό,τι και να γενεί μέσα δε θα μπορούσε να το πει σε κανένα. Δούλευε σα μουγκό και κουφό το παλικάρι , λοιπόν και κάθε μέρα όλο τη βασιλοπούλα συλλογιόταν και όλο φούντωνε η αγάπη του για κείνη . Κόντευαν να φτάσουν τα δυο χρόνια και το παλικάρι γύριζε ελεύθερα στο παλάτι. Ο βασιλιάς τον εκτιμούσε, γιατί ούτε μιλούσε ούτε λαλούσε. Μονάχα κοίταζε τη δουλειά του. Από καμιά φορά συναντούσε και τη βασιλοπούλα και έσπαζε σα ρόδι η καρδιά του. Όταν ήταν σχόλη πήγαινε στην εκκλησία, άναβε το κεράκι του, προσευχόταν κι έδινε ελεημοσύνη στους φτωχούς που κάθονταν έξω από την εκκλησιά. Έβλεπε  και το ζητιάνο που τον είχε ορμηνέψει να κάνει υπομονή δυο χρόνια και όλο τον ρωτούσε αν κόντευε ο καιρός. Μα εκείνος τον ορμήνευε να κάνει υπομονή. Όλοι τον γνώριζαν και τον αγαπούσαν , γιατί βοηθούσε τους φτωχούς και τον έλεγαν «ο βουβός του παλατιού».

Μέσα στο παλάτι που ζούσε όλον τούτο τον καιρό , το παλικάρι άκουγε όλες τις κατεργαριές που γίνονταν και ήξερε τι γινόταν πίσω από την πλάτη του βασιλιά. Όμως αυτός έκανε αυτό που τον είχε ορμηνέψει ο γερο- ζητιάνος ‘υπομονή’

Κάποτε έφτασε ο καιρός που ο νέος έπρεπε να συναντήσει το γερο – ζητιάνο για να του δώσει την απόκριση. Τον είδε λοιπόν που καθόταν στο ίδιο μέρος , όπως και την πρώτη φορά που τον είχε γνωρίσει πριν από δυο χρόνια. Πλησίασε κοντά του, του έδωσε πέντε φλουριά και του ζήτησε να του πει τι θα έπρεπε να γένει, για να μπορέσει να πάρει για γυναίκα του τη βασιλοπούλα.

‘ Εγώ , γέροντα, σε ό,τι με ορμήνεψες υπάκουσα. Δυο χρόνια έκανα υπομονή και δέχτηκα να μοιάζω με βουβό και κουφό. Άλλο δεν αντέχω, θέλω λοιπόν την εξήγηση’ , είπε το παλικάρι.
‘Μέσα στο παλάτι που κάθισες δυο χρόνια σα βουβός, είδες πολλά πράγματα. Όλα αυτά σου έδωσαν τη γνώση για τον άνθρωπο. Θα σε ρωτήσω κάτι κι αν αποκριθείς σωστά, τότε θα είσαι έτοιμος για να ζητήσεις από το βασιλιά την αγαπημένη σου. Ξέρεις πώς λέγεται το όνομα του Χριστού;’
‘Όχι δεν ξέρω’ , απάντησε το παλικάρι.
‘Το όνομα του Χριστού, είναι υπομονή’ , αποκρίθηκε ο γέροντας.
‘Μπρε – μπρε , υπομονή είναι του Χριστού το όνομα κι εγώ να μην το ξέρω’ , απόρησε το παλικάρι.
Συνέχισε ο γέροντας ‘εσύ, αυτά τα δυο χρόνια έμαθες να κάνεις υπομονή, γι’ αυτό σου αξίζει να πάρεις τη βασιλοπούλα γυναίκα σου. Πήγαινε αύριο που είναι σκόλη στην εκκλησία , βάλε τα καλά σου ρούχα και όταν δεις να είναι τίγκα στον κόσμο, έμπα και κάθισε κοντά στους ψαλτάδες. Άφησε να περάσει λίγη ώρα και μετά άρχισε να ψέλνεις μαζί τους και θα δεις μονάχος σου τι θα γίνει παρακάτω’.

Το παλικάρι μπήκε την άλλη μέρα στην εκκλησία και έκαμε όπως τον ορμήνεψε το γέροντας. Και καλά καμωμένα. Σε λίγο αρχίνησε να ψέλνει με μια γλυκιά και δυνατή φωνή, που όλοι σάστισαν μαζί του. Τρέξανε κοντά του οι παπάδες, οι ψαλτάδες, όλος ο κόσμος και φώναζαν πως έγινε θάμα!

Ο βασιλιάς άκουσε το βουητό από τις φωνές και βγήκε στο ξώστεγο να δει τι έτρεξε. Βλέπει να κρατούν οι άνθρωποι τον βουβό στα χέρια και να φωνάζουν ‘Θάμα, θάμα, μίλησε ο μουγκός’ .

Αμέσως ο βασιλιάς διέταξε το παλικάρι να ανεβεί στο παλάτι. Ακούει και η βασιλοπούλα  τη βουή, πετιέται έξω κι αυτή. Βλέπει το βουβό και δε τον γνώρισε έτσι καλοντυμένος που ήταν. Δεν πίστευε στα μάτια της.

Το παλικάρι παρουσιάζεται εμπρός στο βασιλιά και του λέει:
‘Πολυχρονεμένε μου βασιλιά, θέλω την κόρη σου για γυναίκα μου. Ξέρω πολλά γράμματα και γνωρίζω όλα τα μυστικά του παλατιού σου’.

Είπε την πάσα αλήθεια στο βασιλιά για όλα όσα έκανε για να μπορέσει να έχει την εκτίμησή του. Ο βασιλιάς τον συγχώρεσε, γιατί η αγάπη ήταν η φταίχτρα που τον έκαμε να σκαρφιστεί όλα αυτά.

Έτσι έγιναν γάμοι και χαρές και φώναξαν και τους γονιούς του αρχοντόπουλου να ‘ρθουν να ευχαριστηθούν κι αυτοί γιατί το παιδί τους γνώρισε και τον άνθρωπο και μαζί μ’ αυτό έμαθε να κάνει υπομονή.

Γιατί χωρίς υπομονή δε μπορεί ο άνθρωπος να είναι ευτυχισμένος.


«Κι έζησαν όλοι καλά κι εμείς καλύτερα  μα
μήτε εγώ ήμουν εκεί μήτε εσείς για να το πιστέψετε…..»

Βασιλική Σωτηριανίδη (ετών 85)
Από τη Βιθυνία της Μικράς Ασίας
Μαγνητοφωνήθηκε στο Παλιοχώρι Καβάλας
Στα 1995

Από το βιβλίο …γιατί η αγάπη ήταν η φταίχτρας, της Ελένης Τούντα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου