Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2011

ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΣΚΕΤΣ :ΝΤΙΝΟ ΔΕΝ ΘΑ ΣΕ ΞΕΧΑΣΟΥΜΕ ΠΟΤΕ ( για την 28η Οκτωβριου)

1
ΣΚΕΤΣ ΓΙΑ ΤΗΝ 28Η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

«Ντίνο…. Δε θα σε ξεχάσουμε ποτέ!!»
Κείμενο : Παρισούλης Νίκος

Πρόσωπα

1. Αφηγήτρια
2. Αποστόλης
3. Ουρανίτσα 
4. Ντίνος ο γάτος
5. Γερμανός στρατιώτης Χανς
6. Γερμανός στρατιώτης Σουλτς

Σκηνικό

     Στην αριστερή πλευρά του σκηνικού και μπροστά από την είσοδο μιας αποθήκης ( Γερμανική στρατιωτική αποθήκη τροφίμων ) κάθονται δυο γερμανοί στρατιώτες, πάνω σε δυο καρέκλες , κοιμούνται και ροχαλίζουν κάπου κάπου. Τα πόδια τους, τα έχουν ανεβασμένα σε μια καρέκλα μπροστά τους και τα χέρια τους, τα έχουν σταυρωμένα κι ακουμπισμένα  πάνω στις κοιλιές τους. Πίσω από τους στρατιώτες υπάρχει ένα μεγάλο καλάθι απ΄ το οποίο κρέμονται διάφορα φαγώσιμα ( λουκάνικα, τυριά, ψωμί κ.λ.π. ) .
     Στη δεξιά πλευρά του σκηνικού κάθονται σε δυο μικρά καρεκλάκια,τα δυο αδερφάκια , ο Αποστόλης και η Ουρανίτσα. Μπροστά στα πόδια των παιδιών είναι ξαπλωμένος ο Ντίνος , ο γάτος του σπιτιού.
Σκηνή πρώτη

Πράξη πρώτη
      Αφηγήτρια. Κυρίες και κύριοι… Αγαπημένοι μου φίλοι και συμμαθητές…  Σήμερα θα εξελιχθεί μπροστά στα μάτια σας  μια ιστορία που βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα και συνέβη στα δύσκολα εκείνα χρόνια της γερμανικής κατοχής. Συγκεκριμένα η ιστορία μας διαδραματίζεται σε μια κωμόπολη  της κεντρικής Ελλάδας , στον Τίρναβο.
     Στα δύσκολα…λοιπόν… εκείνα χρόνια της κατοχής… πολλές φορές, αναγκάζονταν οι Έλληνες να μηχανεύονται διάφορους τρόπους ώστε να βρίσκουν τα απαραίτητα  για την επιβίωσή τους. Κάτι τέτοιο συνέβη και τότε. Αλλά για να μην σας τα πολυλογώ, δείτε από μόνοι σας τι θέλω να πω.
2
Ουρανίτσα. ( Με θλιμμένο και πεινασμένο βλέμμα λέει. )
    Μία, δύο, τρεις, τέσσερις, πέντε, έξι, εφτά….       Μία, δύο, τρεις, τέσσερις, πέντε, έξι, εφτά….      Μία, δύο, τρεις, τέσσερις, πέντε, έξι, εφτά…. Αποστόλη…ε… Αποστόλη.
Αποστόλης. ( Δεν μπορεί να μιλήσει από την πείνα του και λέει ένα ξερό) ναι….. 
 Ουρανίτσα. Αποστόλη , αδερφούλη μου , ξέρεις τι μέρα είναι σήμερα;
Αποστόλης. Χμ…χμ.. Ε.. δεν είναι μια μέρα μετά το χθες; Τι σ’ έπιασε και μετράς, εδώ και ώρα, μέχρι και το εφτά;
Ουρανίτσα. Να…! δεν ακούς την κοιλίτσα μου που γουργουρίζει τόση ώρα; Με τη σημερινή, έχουμε εφτά μέρες να βάλουμε κάτι στο στοματάκι μας… πέρασε μια βδομάδα και δεν έχουμε φάει τίποτα.  
Αποστόλης. Πως ν΄ ακούσω την κοιλίτσα σου Ουρανίτσα μου!!! Η δικιά μου κάνει περισσότερο θόρυβο από τη δικιά σου!!!
 Ουρανίτσα.  Δεν ξέρω αδερφούλη μου… αλλά αν δε φάμε κάτι σύντομα… δε νομίζω ότι θ’ αντέξουμε για πολύ ακόμα.
Αποστόλης.  Και αυτοί οι Γερμαναράδες έχουν δίπλα μας μια αποθήκη γεμάτη φαγώσιμα !! Και ούτε ένα ξεροκόμματο δε μας δίνουν!! 
Ουρανίτσα.  Κάτι πρέπει να κάνουμε αδερφούλη μου… κάτι πρέπει να κάνουμε… δεν ξέρω τι!! αλλά κάτι πρέπει να σκεφτούμε.. Δεν πάει άλλο.
Αποστόλης. Α….! Σαν να μου ’ρχεται κάτι στο μυαλό μου… νομίζω ότι το βρήκα!!!
 Ουρανίτσα.  Τι βρήκες Αποστόλη μου…! Πες μου κι εμένα…! Μ’ έφαγε η αγωνία…!Πες μου …! Πες μου σε παρακαλώ…!
Αποστόλης. Ουρανίτσα … ο Ντίνος θα μας σώσει…ναι..ναι ο Ντίνος..!
Ουρανίτσα.   Ο Ντίνος!!! Ποιος Ντίνος…; Μήπως εννοείς  το  γάτος μας;
Αποστόλης. Ναι …! Ο Ντίνος …! ο γάτος μας θα μας σώσει…! 
Ουρανίτσα.   Μα πως θα μας σώσει ο Ντίνος;
Αποστόλης. Θυμάσαι Ουρανίτσα μου, που τον είχα εκπαιδεύσει και πήγαινε στου κυρ Βαγγέλη τον ψιλικατζή και μας έφερνε καραμέλες και σοκολάτες στα μουλωχτά; E..! αυτό θα κάνουμε και τώρα.
Ουρανίτσα.   Μα το ψιλικατζίδικο του κυρ Βαγγέλη είναι κλειστό…. Κι εξάλλου τον κυρ Βαγγέλη τον σκότωσαν εδώ και καιρό οι Γερμανοί, όπως σκότωσαν τους γονείς μας και τους περισσότερους από τους συγγενείς μας.
Αποστόλης.  Όχι  αδερφούλα μου… δεν κατάλαβες καλά… βλέπεις απ’ το παράθυρο τους δυο Γερμανούς που κάθονται μπροστά από την αποθήκη με τα φαγώσιμα;
Ουρανίτσα.   Ναι… τους βλέπω.
Αποστόλης.   Βλέπεις ότι κοιμούνται του καλού καιρού και ότι πίσω τους υπάρχουν καλάθια γεμάτα με λαχταριστά λουκάνικα ;

3
Ουρανίτσα.  Ε… εντάξει κι αυτά τα βλέπω… αλλά δεν έχω καταλάβει ακόμα που το πας.   
Αποστόλης.   Εκεί θα στείλουμε τον Ντίνο αδερφούλα μου… εκεί… τώρα είναι ευκαιρία που κοιμούνται, να τον στείλουμε εκεί κι αντί για καραμέλες και σοκολάτες να μας φέρει εκείνα τα υπέροχα λουκάνικα που κρέμονται έξω από τα καλάθια και ό,τι άλλο βρει.
Ουρανίτσα.  Μπράβο… μπράβο… αδερφούλη μου… ναι ο Ντίνος θα μας σώσει, είναι η τελευταία μας ελπίδα.
Αποστόλης.  ( Πλησιάζει τον Ντίνο, τον χαϊδεύει και κάτι του ψιθυρίζει.)
 Ντίνο…Ντίνο έλα να σου δείξω κάτι απ’ το παράθυρο.
Ντίνος  ( Σηκώνεται ο Ντίνος και πηγαίνει δίπλα στον Αποστόλη. Ο Ντίνος στη συνέχεια βγαίνει απ’ το σπίτι των παιδιών και κατευθύνεται προς το καλάθι με τα λουκάνικα.. Κάνει δυο στροφές γύρο από τους κοιμισμένους Γερμανούς, κάνει γκριμάτσες και τους κοροϊδεύει , παίρνει με τρόπο τη θηλιά με τα λουκάνικα και επιστρέφει στο σπίτι των παιδιών.)
Αποστόλης,  Ουρανίτσα.  ( Τα παιδιά χαρούμενα τον αγκαλιάζουν και του λένε μαζί. )
Ντίνο… δε θα σε ξεχάσουμε ποτέ.
Ουρανίτσα.  ( Χαϊδεύει  τον Ντίνο και λέει )
Είσαι ο πιο γλυκός γάτος του κόσμου…. Μας έκανες πολύ ευτυχισμένους… Μας έσωσες τη ζωή… Δε θα σε ξεχάσουμε ποτέ.
( Τα παιδιά κάνουν ότι τρώνε  τα διάφορα φαγώσιμα που τους έφερε ο Ντίνος ) 
Αποστόλης.  Ντίνο… όσο ζούμε θα σ’ αγαπάμε και θα σε φροντίζουμε, όπως μας φρόντισες και εσύ τώρα… Σ’ ευχαριστούμε μέσα απ’ την καρδιά μας.
( Οι δυο Γερμανοί στρατιώτες ξυπνάνε σιγά σιγά. Πρώτος ξυπνάει ο Χανς και καθώς το βλέμμα του πέφτει στο καλάθι πίσω του, μένει έκπληκτος. Ξυπνάει σκουντώντας δυνατά  τον Σουλτς και του λέει νευριασμένος. )
Χανς. Δεκανέα Σουλτς φερντάμ νοχ μαλ… καλά το κατάλαβα εγώ, εσύ την έκανες τη δουλειά… εσύ τα έφαγες όλα, την ώρα που κοιμόμουν… εσύ… εσύ είσαι υπεύθυνος γι’ αυτό.. κοπρόσκυλο ..ε.. κοπρόσκυλο…
Σουλτς. Βαρούμ λοχία Χανς… βερ χατ ουντς…. Όχι εγώ λοχία στ’ ορκίζομαι… κάποιος άλλος έκλεψε τα λουκάνικα και τα έφαγε…
Χανς. Λες ψέματα, το βλέπω στα μάτια σου… Όχι μόνο στα μάτια σου , μα και στην πρησμένη την κοιλιά σου. Δε θα σε πιάσω στα χέρια μου!! Θα δεις τι θα σου κάνω.
( Ο Χανς αρχίζει να κυνηγάει τον Σουλτς πάνω στη σκηνή και σιγά σιγά απομακρύνονται. ).
4

Αφηγήτρια. ( Μπαίνει στη σκηνή σιγά σιγά η αφηγήτρια και λέει. )
Αυτό συνεχίστηκε για πολύ καιρό ακόμα. Τα δυο παιδιά χόρτασαν την πείνα τους. Οι μέρες της Γερμανικής κατοχής πέρασαν. Ο Ντίνος γέρασε και πέθανε μετά από πάρα πολλά χρόνια. Ο Αποστόλης και η Ουρανίτσα ζουν αυτή τη στιγμή με τις δικές τους οικογένειες, με τα παιδιά και τα εγγόνια τους. Τον Ντίνο όμως, δεν τον έχουν ξεχάσει και με την πρώτη ευκαιρία που βρίσκουν, διηγούνται στα εγγονάκια τους, την ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΤΙΝΟΥ.



ΤΕΛΟΣ
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου